Ο Απρίλης, που φέτος ανοίγει μυρωμένος από το μοσχολίβανο του πένθους για την αμαρτία του ανθρώπου και τον Επιτάφιο θρήνο του Θεανθρώπου, συνεχίζεται μέσα στην ευωδιά των κρινάνθεμων της Αναστάσεώς Του.
Ο Απρίλης, που φέτος ανοίγει μυρωμένος από το μοσχολίβανο του πένθους για την αμαρτία του ανθρώπου και τον Επιτάφιο θρήνο του Θεανθρώπου, συνεχίζεται μέσα στην ευωδιά των κρινάνθεμων της Αναστάσεώς Του.
Τη σκηνή του Φεβρουαρίου την ανοίγει μια αγκαλιά. Μια αγκαλιά, δυο πάναγνα χέρια μητρός Παρθένου· δυο χέρια που εισάγουν στον Ναό Αυτόν που λατρευόταν αιώνες εκεί. Μια αγκαλιά, δυο άλλα χέρια τρεμάμενα γεροντικά, που απλώνονται με δέος να λάβουν Αυτόν που επιπόθησε να δει κάθε ανθρώπινη ψυχή πριν αφήσει τον φθαρτό κόσμο.
Είχε ήδη πέσει το σκοτάδι. Όλοι μαζί οι πατέρες εργάζονταν εντατικά, για να προλάβουν να ολοκληρώσουν το διακόνημα. Η κούραση ήταν πολλή και οι ίδιοι λιγοστοί. Και τώρα να μείνουν ακόμα λιγότεροι;…
Ανάλογη προς τις διακρίσεις μεταξύ ατόμου και προσώπου, που αναπτύξαμε σε προηγούμενο σημείωμα, είναι και η έννοια της ελευθερίας.
Έτσι θα ᾽ρθει, χωρίς θόρυβο. Θα σιγοπερπατήσει στης ψυχής σου τους δρόμους, για να μη σε ταράξει, να μη σε συντρίψει. Όλα τα ξέρει.
Η αίσθηση της πηγαίας ομορφιάς σε πάλη αρχέτυπη με τον φόβο. Κάτι τραβούσε και κάτι απομάκρυνε. Έλξη και απώθηση μαζί… Ήταν, βλέπεις, παιδί.
Εδώ επιτελείται το μυστήριο της σωτηρίας των ανθρώπων: Ο Χριστός και Θεός, διαφεύγοντας την προσοχή των υπερκοσμίων επιγείων δυνάμεων, ενανθρώπησε και μας ξανακάνει δικούς του.
Μου είπαν πως είναι απαίτηση. Ακούγεται εγωιστικό. Το επιτακτικό του ύφος προκαλεί αντίδραση. Ίσως είναι ανασφάλεια. Πάντως αποκαλύπτει τον εαυτό μου.
Στην καθημερινή μας ζωή, αλλά και από την πληροφόρηση που έχουμε για όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, διαπιστώνεται ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά κινείται ανάμεσα σε δυο απεριόριστα άκρα.
