Ήταν ένα παιδί. Στα κρυστάλλινα μάτια του κάποια στιγμή καθρεφτίστηκε ο ήλιος. Κι εκείνο ενστικτωδώς τα σφάλισε ορμητικά και τίναξε το πρόσωπό του δίπλα. Για πρώτη φορά ερχόταν σε επαφή με την πηγή του φωτός, και ένας χτύπος, ένα σκίσιμο διαπέρασε την τρυφερή του καρδιά. Το πρώτο αίσθημα φόβου. Τόσο αγνό, όσο το φως. Δεν πέρασαν πολλά δευτερόλεπτα, και τα σφαλιστά βλέφαρα πήραν να τρεμοπαίζουν. Ήθελαν ν᾿ ανοίξουν, άνοιγαν λίγο και ξανάκλειναν. Η αίσθηση της πηγαίας ομορφιάς σε πάλη αρχέτυπη με τον φόβο. Κάτι τραβούσε και κάτι απομάκρυνε. Έλξη και απώθηση μαζί… Ήταν, βλέπεις, παιδί.
Ήταν ένα παιδί. Και έτρεχε στο βουνό, στο λιβάδι. Άνοιγε τα χέρια του από ευχαρίστηση, ν᾿ αγκαλιάσει, λες, ουρανό και γη, να ρουφήξει τη χυμένη σπάταλα γύρω του ομορφιά. Τρέχοντας πλησίασε στην οφρύ του όρους. Από κάτω άβυσσος. Κρεμαστά βράχια και νερά με πάταγο. Ανέκοψε την ορμή του. Άνοιξε θαμπωμένο μάτια και στόμα. Η καρδιά πήρε να χτυπά γοργά. Πολύ γοργά. Με καρφωμένο τώρα πόδι στη γη, ακινητούσε και το βλέμμα προς την έκπαγλη θέα. Συνοχή προσώπου, σφιγμένοι χαρακτήρες. Ένταση μυϊκή. Κάποιες στιγμές τολμούσε να βάλει δειλά το ένα πόδι ελάχιστα μπροστά από το άλλο, λίγα εκατοστά περισσότερο να του ανοιχθεί το εξαίσιο θέαμα. Και η καρδιά ακόμα πιο γοργά να χτυπά. Φόβος και έκσταση. Δέος και θαυμασμός… Ήταν, βλέπεις, παιδί.
Ήταν ένα παιδί. Το πρόσωπο σαν αγγέλου. Στα μάτια ζωγραφιζόταν ο παράδεισος. Και ο πόθος του, σταθερός, να υπηρετεί τον ιερέα μέσα από την Ωραία Πύλη. Οι κινήσεις μετρημένες, σεμνές, ιεροπρεπείς. Με άκρα συστολή. Συνάμα και αγαλλίαση. Ευφροσύνη ψυχής, που δοκίμαζε να ξεχυθεί προς τα έξω, και κάτι την τελευταία στιγμή σα να την εμπόδιζε, τη συγκρατούσε. Κάποτε, μετά από χρόνια, το παιδί έπαψε να εισέρχεται στα άδυτα του ναού. Παρέμενε τώρα έξω από το ιερό. Δεν άντεχε, λέει, να βλέπει τη μεγαλοπρέπεια του Φωτός να κυκλώνει το άγιο θυσιαστήριο. Και τον ιερέα να βρίσκεται μέσα σε φλόγες. Φόβος το κυρίευε. Μα και δεν έλεγε να φύγει. Εκεί, κολλημένο στα βημόθυρα. Και λίγο να δει, και να μην αντικρίζει… Είχε κατορθώσει να μείνει, βλέπεις, παιδί…
* * *
«Ο φόβος του Θεού είναι ευαισθησία ψυχής αγαπώσης και λατρευούσης τον Θεόν και επιζητούσης την ακριβή τήρησιν του θειου νόμου, προς ου τας εντολάς είναι όλη προσκεκολλημένη μετά επιποθίας τινος. Ο φόβος ούτος είναι αγνός, άγιος και αλλότριος του φόβου της κολάσεως. Ο τον αγνόν κεκτημένος φόβον, της θεωρητικής ήδη μυστικώς ηξιώθη θεολογίας, και αποκαθάρας τον νουν πάσης υλικής φαντασίας αποκατέστησεν ανελλιπώς όλην την εικόνα της θειας ωραιότητος. Εν τη αγία Γραφή αι λέξεις “φόβος Θεού” λαμβάνονται εν τη σημασία της αιδούς και ευλαβείας» (Άγιος Νεκτάριος).1
Αρχετυπικό βίωμα. Η ρίζα της αγάπης. Το πρωταρχικό εκτύπωμα του θειου έρωτος. Κάτι που θυμίζει στην ψυχή την πρώτη εκείνη θέαση του προσώπου Του στον κήπο της Εδέμ.
Για όσους διαθέτουν οφθαλμούς χερουβικούς, για να ατενίζουν εν φόβω τη δόξα Του. Για όσους έχουν στραφεί κι έχουν γίνει σαν τα παιδιά…
Τεύχος Νοεμβρίου 2024
- Ιερατικόν Εγκόλπιον, Α΄, Περί Ιερωσύνης, 23. Μετάφραση: Ο φόβος του Θεού είναι ευαισθησία ψυχής που αγαπά και λατρεύει τον Θεό και επιζητεί την ακριβή τήρηση του θειου νόμου, προς τις εντολές του οποίου είναι όλη προσκολλημένη με μια επιπόθηση. Ο φόβος αυτός είναι αγνός, άγιος και ξένος από τον φόβο της κολάσεως. Εκείνος που έχει αποκτήσει τον αγνό φόβο, ήδη μέσα του αξιώθηκε να κατέχει την αποκαλυπτική θεολογία και, αφού καθάρισε τον νου του από κάθε υλική εικόνα, ξαναβρήκε πλήρως όλη την εικόνα της θεϊκής ωραιότητας. Στην Αγία Γραφή οι λέξεις «φόβος Θεού» υπάρχουν με τη σημασία της αιδούς και ευλαβείας. ↩︎