Δεν χρειάζεται να βρω τις σωστές λέξεις. Δεν χρειάζεται να τα βάλω σε σειρά, να τα κάνω λογικά, να τα παρουσιάσω όμορφα. Μπορώ να σταθώ μπροστά Του μπερδεμένος, κουρασμένος και Εκείνος να με καταλάβει.
Δεν χρειάζεται να βρω τις σωστές λέξεις. Δεν χρειάζεται να τα βάλω σε σειρά, να τα κάνω λογικά, να τα παρουσιάσω όμορφα. Μπορώ να σταθώ μπροστά Του μπερδεμένος, κουρασμένος και Εκείνος να με καταλάβει.
Τη σκηνή του Φεβρουαρίου την ανοίγει μια αγκαλιά. Μια αγκαλιά, δυο πάναγνα χέρια μητρός Παρθένου· δυο χέρια που εισάγουν στον Ναό Αυτόν που λατρευόταν αιώνες εκεί. Μια αγκαλιά, δυο άλλα χέρια τρεμάμενα γεροντικά, που απλώνονται με δέος να λάβουν Αυτόν που επιπόθησε να δει κάθε ανθρώπινη ψυχή πριν αφήσει τον φθαρτό κόσμο.
Έρχονται τα Χριστούγεννα! Έγινε ο Θεός άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος θεός. Αυτή είναι η σημασία των Χριστουγέννων. Βαρύς και μεγάλος λόγος! Γίνεται ο άνθρωπος θεός; Την τελευταία μέρα της δημιουργίας είπε ο Θεός: «Ας φτιάξουμε τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα τη δική μας και με τη δυνατότητα να μας μοιάσει». Ο Θεός […]
Εδώ οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι κρυφά. Δεν μπορούν να επικοινωνήσουν, και αυτό γεννά τη δυστυχία τους. Δεν κοιτάνε ο ένας τον άλλον στα μάτια. Ένα μόνο βλέμμα μπορεί να είναι ελεημοσύνη σ᾽ ένα τέτοιο μέρος.
Τώρα ο ουρανός είναι διαυγέστερος. Ο κύκλος της Σελήνης είναι λαμπρότερος και αργυροειδέστερος και όλος ο χορός των αστέρων φαίνεται καθαρώτερος. Η γη είναι στεφανωμένη με τα πολυποίκιλα χορτάρια, τα καταπράσινα δέντρα, τα πολύχρωμα και ευωδιαστά λουλούδια, και τα ωδικά πτηνά συναγωνίζονται το ένα το άλλο με τα γλυκόφθογγα κελαϊδίσματά τους.
Οι παλιοί, κουρασμένοι, σκύβουν το κεφάλι, λες και η ιστορία τελείωσε, λες και δεν υπάρχει τίποτα πια για να παλέψεις. Ο κόσμος γέρνει επικίνδυνα, μα πιστεύουν πως κανείς δεν ορθώνεται να τον ισιώσει. Οι νέοι, με μια καρδιά έτοιμη να καεί για ένα ιδανικό, ψάχνουν ν᾿ ακολουθήσουν το όραμα. Μα ο κόσμος γέμισε βολεμένους, που […]
Μετά το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, κάποιος από τους μεγάλους διηγείται μια σύντομη ιστορία από τα παιδικά του χρόνια.
Έτσι θα ᾽ρθει, χωρίς θόρυβο. Θα σιγοπερπατήσει στης ψυχής σου τους δρόμους, για να μη σε ταράξει, να μη σε συντρίψει. Όλα τα ξέρει.
Νύχτα ήταν. Μια νύχτα δύσκολη για τον Ιακώβ, γεμάτη αγωνία και φόβο. Προχωρούσε κατά την προσταγή του Θεού με όλη του την οικογένεια, τους δούλους και τα υποστατικά του προς την πατρίδα του, τη Χαναάν.
Εδώ επιτελείται το μυστήριο της σωτηρίας των ανθρώπων: Ο Χριστός και Θεός, διαφεύγοντας την προσοχή των υπερκοσμίων επιγείων δυνάμεων, ενανθρώπησε και μας ξανακάνει δικούς του.
