+302103617566

17 Μαρτίου 2025

Σουλιώτικα ανέκδοτα

Οι Σουλιώτες κατοικούσαν σε μια συνομοσπονδία περισσοτέρων χωριών στην ορεινή Θεσπρωτία, με κυριότερο το Σούλι. Ανυπότακτοι και εμπειροπόλεμοι, ήταν μαζί με τους Μανιάτες και τους Σφακιανούς από τις πιο ισχυρές εστίες αντίστασης κατά την τουρκοκρατία.

Τις πληροφορίες και τα περιστατικά που ακολουθούν διασώζει ο Χριστόφορος Περραιβός (1773-1863), από τις σημαντικότερες ίσως προσωπικότητες της Επανάστασης, στο ιστορικό του σύγγραμμα «Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας». Ο Χριστόφορος Χατζηβασιλείου από την Περραιβία της Θεσσαλίας υπήρξε από τους πιο έμπιστους συντρόφους του Ρήγα. Υπηρέτησε στον γαλλικό και στον ρωσικό στρατό και δίδαξε ελληνικά γράμματα στην Κέρκυρα. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σκουφά, συμφιλίωσε αγωνιστές με παλαιά μίση μεταξύ τους, ανέλαβε τον τομέα της Ηπείρου και πολέμησε στο πλευρό των Σουλιωτών, έλαβε μέρος σε εθνοσυνελεύσεις. Πολεμεί, πολιτεύεται, συγγράφει, καθοδηγεί.

* * *

Όσο ήταν ξακουστά τα σουλιώτικα τουφέκια, άλλο τόσο πασήκουστες ήταν και οι σουλιώτικες βεντέτες. Γι᾿ αυτό και αν τύχαινε να λογοφέρνουν και να φιλονικούν μεταξύ τους για προσωπικά ζητήματα δυο Σουλιώτες, κανένας άλλος άνδρας, ούτε συγγενής ούτε φίλος ή ξένος, δεν έμπαινε ανάμεσά τους να τους χωρίσει. Γιατί πάντα υπήρχε ο φόβος μην εξοργίσει η στάση τους τους αντίδικους και θεριέψει η έχθρα ανάμεσά τους. Κι αν άρχιζε να διευρύνεται ο κύκλος των αντιδίκων και δίχαζε τους Σουλιώτες, τότε ζημιωμένη αναπόφευκτα θα ήταν η πατρίδα.

Αναλάμβαναν τότε οι γυναίκες. Έμπαι­ναν στη μέση αυτές, οι γυναίκες που ανάσταιναν τις σουλιώτικες οικογένειες, που κουβαλούσαν τα πολεμοφόδια στα απάτητα βράχια ξο­πίσω από τους άνδρες και κρατούσαν μερόνυχτα τον πόλεμο. Έμπαιναν στη μέση και τερμάτιζαν τη φιλονικία με τον λόγο τους, κι αν χρειαζόταν και με αυστηρούς ονειδισμούς προς τους εμπλεκομένους. Κι εκείνοι υποχωρούσαν και ησύχαζαν, έτσι όπως θα ᾿καναν αν ήταν άνδρες οι διαμεσολαβητές, γιατί οποιαδήποτε αντίσταση στις γυναίκες τη θεωρούσαν καταισχύνη και μικροπρέπεια.

Αν όμως τύχαινε και φιλονικούσαν γυναίκες μεταξύ τους, τότε γυναίκες πάλι τις ειρήνευαν, αλλά με λόγια γλυκύτατα και με ωραίο τρόπο.

Τι ήθη και τι υψηλός κοινωνικός πολιτισμός σε μια πολεμική και ορεσίβια κοινωνία!

* * *

Στον τελευταίο και μεγάλο πόλεμο του Αλή πασά κατά των Σουλιωτών, ο στρατός του πασά λιποψύχησε. Δεν μπορούν –τού είπαν– να μάχονται εναντίον ανθρώπων που ο Θεός τους έπλασε να μην κοιμούνται, να μην κουράζονται και να μην χορταίνουν τον πόλεμο… Κι ο πασάς έχτισε σε έντεκα χωριά1 γύρω από το Σούλι δυνατούς πύργους, για ν᾿ ασφαλίσει τον στρατό του και ν᾿ ανακόψει τον ανεφοδιασμό των Σουλιωτών. Τόσο έλλειψαν τότε οι τροφές από τους Έλληνες, που τρέφονταν οι Σουλιώτες με χόρτα της γης, φλοιούς δέντρων και βελανίδια· και πολλοί πέθαιναν από την πείνα.

Μια μέρα, κάποιος Γιάννης Στρυβινιώτης είδε Τούρκους να εκτρέφουν ένα μεγάλο κοπάδι βόδια, και μηχανεύτηκε ένα πολύ παράτολμο σχέδιο για να εξοικονομήσει στους Σουλιώτες τα προς το ζην. Τυλίχτηκε ολόκληρος σε μια λευκή κάπα από μαλλί γίδινο και περίμενε να σουρουπώσει. Κι όταν πια ο ήλιος έγειρε και οι ­σκιές των ζώων αλλοίωναν τα περιγράμματα, χώθηκε κι εκείνος μέσα στο κοπάδι. Για να μην τον πάρουν είδηση οι βουκόλοι, περπατούσε επιτήδεια με τα τέσσερα όπως ακριβώς και τα ζώα, ώσπου μπήκε κι αυτός στο κατώι του πύργου που στάβλιζαν και φύλαγαν οι Τούρκοι το κοπάδι.

Κατά τα μεσάνυχτα, μόνο ο σκοπός ξαγρυπνούσε πια. Άνοιξε τότε την πόρτα κι έδιωξε όλα τα ζώα προς το μέρος των συντρόφων του· ήταν καμιά εξηνταριά Σουλιώτες που παραφύλαγαν πιο πέρα. Από τον θόρυβο πήρε είδηση ο σκοπός και ξύπνησε αμέσως και τους άλλους. Μα κανείς τους δεν τόλμησε να βγει να κυνηγήσει μες στα σκοτεινά τους κλέφτες –καί που να ξέρουν και πόσοι ήταν– μην πάθουν τίποτε χειρότερο. Και προτίμησαν να χαθούν τα ζώα παρά οι βοσκοί.

Να είχε άραγε ακούσει ο Στρυβινιώτης κάτι για τον Οδυσσέα, το κοπάδι και τη σπηλιά του Κύκλωπα;

* * *

Ο Αλή πασάς κατέφυγε και στην υψηλή στρατηγική του· προσπάθησε να διασπείρει τη διχόνοια ανάμεσα στους Σουλιώτες και να τους διαιρέσει, για να τους νικήσει. Κι έταξε στον Τζήμα Ζέρβα οχτακόσια τάλαντα2, μεγάλες τιμές και να εισπράττει τη δεκάτη των προϊόντων αυτός και η γενιά του κληρονομικά από οποιαδήποτε επαρχία του ζητήσει. Κι ο Ζέρβας του απάντησε:

– Σ᾿ ευχαριστώ, βεζίρη μου, για την αγάπη που έχεις σε μένα, αλλά τα πουγκιά σου σε παρακαλώ να μη μου τα στείλεις, γιατί δεν ξέρω να τα μετρήσω. Κι αν ήξερα, πάλι δεν θα ήμουν ευχαριστημένος να σου δώσω ούτε μια πέτρα της πατρίδας μου, κι όχι πατρίδα όπως φαντάζεσαι. Και η τιμή που μου υπόσχεσαι μου είναι άχρηστος πλούτος, γιατί τιμή για μένα είναι τ᾿ άρματά μου, με τα οποία φυλάγω και τιμώ την πατρίδα μου.

Σπαρτιάτικες κουβέντες, σουλιώτικα ξεκαθαρίσματα…

Έσπερος

  1. Τα χωριά αυτά ήταν: Γλυκύ, Περιχάτη, Τζικουράτη, Γόρανα, Συρτζανά, Ζυρμή, Κοντάτες, Βίλα, Ρωμανάται, Συστρούνι, Λυβίκιστα. ↩︎
  2. Ένα τουρκικό τάλαντο ή πουγκί ισοδυναμούσε με πεντακόσια γρόσια. ↩︎

Τεύχος Μαρτίου 2025

© 2025 Σύλλογος Ορθ. Ιερ. Δράσεως «Ο Μέγας Βασίλειος»