Πάνε αρκετά χρόνια από τότε. Ούτε καν θυμόμαστε πότε ήρθαμε στη ζωή. Βασικά, στη νέα ζωή μας. Εκείνη την ημέρα που ο καλόγερος μας έκοψε, μας πλάνισε, μας έδωσε σχήμα. Μας έδωσε νόημα και αποστολή.
Δυο κλαριά ενός δέντρου ήμασταν κι αυτός μας κάλεσε για βοηθούς του! Κάθε νύχτα μας επιστράτευε. Δεν μας ζητούσε πολλά. Απλά να τον στηρίζουμε. Για να μπορεί να κρατά πάντα, ώρες ολόκληρες, όρθιο το χιλιοταλαιπωρημένο σώμα του. Και τότε ξεκινούσε η δική του μάχη…
Τα δάκρυα, οι κραυγές προς τον Θεό, οι ψαλμοί, η καρδιακή προσευχή ανακατεύονταν με τα βογγητά του πόνου. Ενός πόνου που για κάθε άλλον άνθρωπο θα ήταν αβάσταχτος. Κι όμως το βλέπαμε: Ο πόθος της καρδιάς του τον έκαναν να αγνοεί την ασθένεια του σώματος. Κάποιον που κοιτά μονάχα προς τον ουρανό, τι άραγε – όσο δυνατό κι αν είναι– μπορεί να τον κρατήσει κάτω, εδώ στη γη;
Και δεν ήταν μόνο αυτό. Πολλές φορές μας είχε προβληματίσει· μα και άλλες τόσες μας είχε εντυπωσιάσει. Αν καθόταν ή αν ξάπλωνε, ο πόνος θα μειωνόταν δραματικά· αλλά αυτός ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε. Πως θα συναντήσει τον Θεό, όταν ταυτόχρονα το σώμα απολαμβάνει μια –ελάχιστη, έστω– άνεση; Γι᾿ αυτόν προσευχή σήμαινε ένταση του όλου ανθρώπου. Μια πάλη με τα όριά του. Και μαζί ενεργή συμμετοχή στον πόνο τόσων αδελφών. Πως θα μνημόνευε τα ατελείωτα ονόματα των ασθενών, αν αρνιόταν να μπει εκούσια μέσα στον δικό τους πόνο;
Έτσι ήταν όλη του η ζωή. Λεβέντικη, παλληκαρίσια μάχη. Χωρίς οπισθοχώρηση. Χωρίς ανάπαυλες και αναπαύσεις. Μέχρι και την τελευταία στιγμή. Τότε που έφυγε από το σπίτι μας, την Παναγούδα, και νομίσαμε ότι τον χάσαμε για πάντα…
Ώσπου μια μέρα, έτσι, ξαφνικά, μας απόθεσαν δίπλα στο εικόνισμά του. Και τότε τον ξανάδαμε. Και δεν είχε διαφορά. Στο ίδιο φως ήταν λουσμένος και τώρα, όπως και τότε. Αν είχαμε καρδιά, δεν θα μπορούσε ν᾿ αντέξει τέτοια αγαλλίαση!
Κι όμως… Όσο κι αν χαιρόμαστε, κάτι δεν μας αφήνει ν᾿ αναπαυθούμε πλήρως. Μείναμε πια χωρίς αποστολή… Δεν είμαστε φτιαγμένες για προθήκες ούτε για να μας ακουμπούν οι άνθρωποι για να πάρουν ευλογία. Είμαστε πλασμένες για να στηρίζουμε νέους Παϊσίους! Και τους περιμένουμε…
ΗΡΙΔΑΝΟΣ
Τεύχος Απριλίου 2024