+302103617566

24 Ιανουαρίου 2026

Η τέλεια εκδίκηση

Το πήραν πια απόφαση. Θα ξεκινούσαν εκείνη τη μέρα κιόλας να πάνε να βρουν τον αββά Μώτιο, όσος κόπος κι αν χρειαζόταν. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που έφυγε ο γέροντας από τη σκήτη τους, διωγμένος από τον φθόνο και την κακότητα του αδελφού Θεοδώρου. Τώρα όμως δεν άντεχαν άλλο την απουσία του· αυτός ήταν το στήριγμα και η καταφυγή όλης της περιοχής. Κι αφού και ο Θεόδωρος είχε καταλάβει το λάθος του, είχε μετανοήσει, έκριναν ότι ήταν πλέον ο κατάλληλος καιρός για τη μεγάλη επιστροφή.

Η σκήτη όρισε κάποιους από τους πλέον σεβάσμιους μοναχούς να συμμετάσχουν στην αποστολή. Μαζί και τον Θεόδωρο. Με πολλή λαχτάρα έφτασαν στον τόπο που ζούσε ο αββάς. Άφησαν εκεί κοντά, στο κελλί του αββά Σώρη, τον Θεόδωρο μαζί με τα βαριά πανωφόρια τους. Με βιασύνη προχώρησαν προς το ασκητήριο.

Ήταν αλήθεια λοιπόν αυτό που είχαν ακούσει! Ο γέροντας ζούσε όλο αυτόν τον καιρό μέσα σε ακραία άσκηση, έγκλειστος σε ένα υποτυπώδες ασκητήριο. Η πόρτα και τα παράθυρα ήταν καρφωμένα και σφραγισμένα! Η μόνη του επικοινωνία με τον έξω κόσμο γινόταν από ένα μικρό παράθυρο πολύ ψηλά στον τοίχο. Κι από εκεί όμως για να δει ο γέροντας, χρειαζόταν να στήσει μια ταλαίπωρη ξύλινη σκάλα…

Δέος τους κατέλαβε. Δειλά-δειλά χτύπησαν την πόρτα κι έμειναν να αφουγκράζονται. Κάποιες αργές κινήσεις και μικρούς θορύβους κατάφεραν να διακρίνουν από το εσωτερικό του κελλιού. Ώσπου, ξαφνικά, από το παραθυράκι ξεπρόβαλε το κεφάλι του αββά Μώτιου.

–Ώ, πατέρες! Ευλογείτε!
–Ευλογείτε, αββά!
–Ο Κύριος!… Πως κι από εδώ; Τι σας έκανε να αφήσετε την ησυχία σας και να έρθετε τόσο μακριά;
–Για σένα, γέροντα, ήρθαμε. Θέλαμε να σε παρακαλέσουμε κάτι…
–Περιμένετε. Τα πανωφόρια σας που τα αφήσατε;
–Εκεί πέρα, στον αββά Σώρη.
Και λίγο διστακτικά προσέθεσαν:
–Μαζί με τον πατέρα Θεόδωρο…

Η αντίδραση του αββά ήταν αστραπιαία. Εξαφανίστηκε από το παραθυράκι. Τον άκουσαν με βία να κατεβαίνει τη σκάλα. Και μετά άρχισε ο… πόλεμος! Βίαια χτυπήματα τράνταξαν την καρφωμένη πόρτα. Με ταχύτητα το ένα ακολουθούσε το άλλο. Σε λίγα δευτερόλεπτα, η πόρτα έγινε συντρίμμια.

Ο αββάς πέταξε το τσεκούρι από τα χέρια και έφυγε τρέχοντας προς το κελλί του αββά Σώρη. Πριν προλάβει ο κακόμοιρος ο Θεόδωρος να αντιδράσει, έπεσε γονατιστός στα πόδια του, ζητώντας του συγχώρεση. Έπειτα σηκώθηκε, τον αγκάλιασε και τον ασπάστηκε! Τον άρπαξε από το χέρι και τον οδήγησε στο ασκητήριό του.

Τι πανηγύρι ήταν αυτό που ακολούθησε! Τρεις μέρες τον κράτησε και αυτόν και τους υπόλοιπους αδελφούς. Για τρεις μέρες αυτός, ο μέγας έγκλειστος ασκητής, έκανε στην άκρη τα αυστηρά τυπικά του· τους περιποιήθηκε αρχοντικά, σπάταλα, θα έλεγε κανείς… Και, στο τέλος, τους ακολούθησε πίσω στο παλιό του κελλί με χαρά έκδηλη. Γιατί… είχε πάρει την τέλεια εκδίκηση!

Σισώης
Τεύχος Ιανουαρίου 2026

© 2026 Σύλλογος Ορθ. Ιερ. Δράσεως «Ο Μέγας Βασίλειος»