Την βλέπουν να προχωρά Νύμφη εξαίσια, μέσα σε αστραφτερή δόξα, ντυμένη το πάλλευκο νυφικό της, που την κάνει να φαντάζει ολόδροσο χιονάτο κρίνο.
Είναι η Εκκλησία!
Και θαυμάζουν οι νεάνιδες, οι κοπέλες του χορού του Άσματος των Ασμάτων, που συμβολίζουν τις ουράνιες αγγελικές δυνάμεις. Θαυμάζουν και απορούν. Και τραγουδούν εκστατικές:
«Τις αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη, επιστηριζομένη επί τον αδελφιδόν αυτής;» (Άσμ. η΄ 5). Ποια είναι αυτή που προχωρεί μέσα σε απαστράπτουσα δόξα, ανθισμένο ίδιο λευκό λουλούδι, στηριγμένη στο χέρι του αγαπητού της αδελφού, του Νυμφίου της;
Θάμβος και έκσταση στα αγγελικά τάγματα του Ουρανού. Δεν την γνώριζαν έτσι. Αυτή δεν ήταν η μελαμψή, η «μέλαινα»; Που ντρεπόταν κιόλας στην κοινή θέα και διαμαρτυρόταν: «μη βλέψητέ με ότι εγώ ειμι μεμελανωμένη, ότι παρέβλεψέ με ο ήλιος» (Άσμ. α΄ 6). Με παραείδε ο ήλιος και μ᾿ έκαψε. Τα πεπυρωμένα βέλη της αμαρτίας, οι καυστικές ακτίνες των παθών με τσουρούφλισαν και με μαύρισαν. Έτσι δεν έλεγε τότε; Και τώρα τι θέαμα είναι αυτό; Τι ομορφιά, τι δόξα, τι αστραπή, τι λευκότητα! Τι αγνότητα και θαλερότητα, νεανικό σφρίγος και ζωή; Τι της έκανε ο «αδελφιδός» της, ο Νυμφίος της, και την κατέστησε έτσι;
Αναλαμβάνει τώρα Εκείνος να απαντήσει στην απορία. Αλλά δεν απευθύνεται στον χορό των αγγελικών Του δυνάμεων, αλλά στην αγαπητή Του Νύμφη. Δεν στρέφει το βλέμμα Του, την προσοχή Του εκεί, αλλά εδώ, στη Νύμφη Του Εκκλησία, τη νύμφη Του ψυχή, και σα ν᾿ ακούει από εκείνη την απορία, της απαντά:
«Υπό μήλον εξήγειρά σε· εκεί ωδίνησέ σε η μήτηρ σου, εκεί ωδίνησέ σε η τεκούσά σε» (η΄ 5). Κάτω απ᾿ τη μηλιά, το δέντρο της παρακοής, σε ξύπνησα. Εκεί κοιμόσουν χρόνια πολλά, από τότε που η μητέρα σου Εύα σε συνέλαβε και σε κοιλοπόνησε με την παρακοή της. Και λοιπόν κοιμόσουν κάτω απ᾿ το ξύλο της παρακοής, παραδομένη στον θανατηφόρο ύπνο της αμαρτίας. Έως ότου ήρθα Εγώ με το ξύλο του Σταυρού και σε ανέστησα, σε ξύπνησα από τον ζοφερό ύπνο του θανάτου.
Σε αγάπησα, Νύμφη μου, με μια αγάπη κραταιή σαν τον θάνατο. «Ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος» (στίχ. 6). Αυτή μου η αγάπη για σένα, η ακαταμάχητη, ο πόθος μου ο αποκλειστικός για το πρόσωπό σου με οδήγησε στη σκληρή απόφαση: να πεθάνω για σένα, στον άδη να κατεβώ για χάρη σου.
Κι έτσι σε αναγέννησα. Και σε ανακαίνισα. Με τα δικά μου πάθη θεράπευσα τα πάθη σου και με τα τραύματά μου τα δικά σου τραύματα. Δέχθηκα να γίνω όλος ένας μώλωπας, για να εξαφανίσω τις δικές σου μελανές κηλίδες, τα στίγματα της αμαρτίας από το πρόσωπό σου. Ήσουν όλη «μεμελανωμένη», άσχημη και αποκρουστική, και Εγώ δέχθηκα να πάθω για σένα «ως υπέρ ωραίας, ως υπέρ αγαπωμένης, ως υπέρ θαυμαστής», σα να ᾿σουν καμιά ωραία, θαυμαστή, αξιαγάπητη, εσύ η «άμορφος» (Ιω. Χρυσόστομος). Εγώ παρέδωσα τον εαυτό μου σε θάνατο για σένα, για να σε αγιάσω, να σε παραστήσω «εμαυτώ ένδοξον, μη έχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων», αλλά να είσαι «αγία και άμωμος» (Εφ. ε΄ 26-27).
Η αγάπη μου αυτή σε ανακαίνισε. Και σ᾿ έλουσε μέσα στο φως και τη λαμπρότητα της Αναστάσεως. Και σου εμφύσησε νέα ζωή με την πνοή Του το Πνεύμα μου.
Και τώρα σε βλέπουν οι ουράνιες δυνάμεις μου, άγγελοι και αρχάγγελοι, Χερουβίμ δόξης και Σεραφίμ, και εκστασιάζονται και ρωτούν έκπληκτες και τραγουδούν:
«Τις αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη;». Ποια είναι αυτή που προχωρεί ανθισμένη σα λευκό λουλούδι;
Εσύ, η Εκκλησία μου, το λευκό μου κρίνο, που λευκάνθηκε από το Αίμα μου…
Τεύχος Μαΐου 2026


